μυωνιά


μυωνιά
μυωνιά̱ , μυωνιά
a lewd woman
fem nom/voc/acc dual
μυωνιά̱ , μυωνιά
a lewd woman
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • μυωνιά — μυωνιά, ἡ (Α) 1. ποντικοφωλιά, ποντικότρυπα 2. (υβριστικά) κοινή γυναίκα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μυών, γεν. πληθ. τού μῦς «ποντικός» + κατάλ. ιά (πρβλ. ἰων ιά < ἴον)] …   Dictionary of Greek

  • Agia Efthymia — Αγία Ευθυμία Location …   Wikipedia

  • МИОН —    • Myon,          Μύων или Μυωνία, город озолийских локров, расположенный на значительной возвышенности, в 30 стадиях на север от Амфиссы, на самом трудном переходе из Этолии в Локриду. Thuc. 3, 101. Там находилась роща с жертвенником θεοὶ… …   Реальный словарь классических древностей

  • μειλίχιος — Προσωνυμία του Δία στη Σικυώνα, στο Άργος, στον Πειραιά και κυρίως στην Αθήνα. Σύμφωνα με τον Παυσανία, υπήρχε ναός του Μειλιχίου Διός κοντά στον Κηφισό· εκεί, ο Θησέας υποβλήθηκε σε κάθαρση όταν επέστρεψε στην πόλη μετά τους φόνους των ληστών… …   Dictionary of Greek

  • mūs —     mūs     English meaning: mouse     Deutsche Übersetzung: “Maus” also “Muskel”     Note: (older *mŭs, musós from *meus, musós)     Material: O.Ind. mū ṣ m. “ mouse, Ratte”, Pers. mūš “ mouse “; Arm. mu kn “ mouse, muscle “; Gk. μῦς (μῠὸς,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary